Blogger Tips and TricksLatest Tips And TricksBlogger Tricks

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Το υποχθόνιο νομικό σύστημα που επιτρέπει σε εταιρείες να μηνύσουν ολόκληρες χώρες

(Αναδημοσίευση με μετάφραση απόThe Guardian, “The obscure legal system that lets corporations sue countries”, Claire Provost and Matt Kennard, Wednesday 10 June 2015 06.00 BST, Illustration by Giacomo Gambineri)

Πενήντα χρόνια πριν, δημιουργήθηκε ένα διεθνές νομικό σύστημα για να προστατεύσει τα δικαιώματα των ξένων επενδυτών. Σήμερα, καθώς οι εταιρείες κερδίζουν δισεκατομμύρια σε ζημιές, οι γνωρίζοντες λένε ότι όλο αυτό έχει ξεφύγει επικίνδυνα και είναι πλέον εκτός ελέγχου

Το γραφείο του Luis Parada είναι μόλις τέσσερα τετράγωνα από τον Λευκό Οίκο, στην καρδιά της Κ Street, τον δρόμο με τις ομάδες συμφερόντων της Ουάσιγκτον -ένα τμήμα με κτήρια από ατσάλι και γυαλί που ονομάστηκε κάποτε ο “δρόμος προς τα πλούτη”, όταν το influence-peddling έγινε μια ακμάζουσα αμερικανική βιομηχανία. Ο Parada, ένας γλυκομίλητος 55ντάρης από το Ελ Σαλβαδόρ, είναι ένας από μια χούφτα δικηγόρων στον κόσμο που ειδικεύονται στην υπεράσπιση των κυρίαρχων κρατών σε προσφυγές που κατατέθηκαν εναντίον τους από πολυεθνικές εταιρείες. Είναι ένας δικηγόρος υπεράσπισης σε ένα σκοτεινό, αλλά όλο και πιο ισχυρό πεδίο του διεθνούς δικαίου -όπου οι ξένοι επενδυτές μπορούν να μηνύσουν τις κυβερνήσεις σε ένα δίκτυο από δικαστήρια διαιτησίας για αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Δεκαπέντε χρόνια πριν, το αντικείμενο εργασίας του Parada είχε μια μικρή θέση ακόμη και εντός των νομικών επιχειρήσεων. Αλλά από το 2000, εκατοντάδες ξένοι επενδυτές έχουν μηνύσει περισσότερες από τιςμισές χώρες του κόσμου, διεκδικώντας αποζημιώσεις λέγοντας ότι τα κέρδη τους έχουν απειληθεί ή χαθεί από ένα ευρύ φάσμα κυβερνητικών ενεργειών. Το 2006, ο Ισημερινός (το Εκουαδόρ) ακύρωσε ένα συμβόλαιο εξερεύνησης για πετρέλαιο με την Occidental Petroleum που εδρεύει στο Χιούστον, το 2012, μετά που η Occidental υπέβαλε μήνυση ενώπιον ενός διεθνούς επενδυτικού δικαστηρίου (υπόθεση:Occidental Petroleum Corporation and Occidental Exploration and Production Company v. The Republic of Ecuador, ICSID Case No. ARB/06/11), το Εκουαδόρ διατάχθηκε να καταβάλει μια αποζημίωση ρεκόρ ύψους $ 1,8 δις -ποσό που είναι περίπου ίσο με τον προϋπολογισμό της χώρας για την υγεία για ένα χρόνο. (Ο Ισημερινός κατέθεσε μια αίτηση για την ακύρωση/αναίρεση αυτής της απόφασης).
Η πρώτη υπόθεση που ο Parada κλήθηκε να υπερασπίσει, ήταν για την Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ενάντια στον γαλλικό όμιλο Vivendi, ο οποίος μήνυσε την Αργεντινή όταν η επαρχία Τουκουμάν παρενέβη για να περιοριστούν οι τιμές που χρέωνε στους ανθρώπους για υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης (υπόθεση: Compañiá de Aguas del Aconquija S.A. and Vivendi Universal S.A. v. Argentine Republic, ICSID Case No. ARB/97/3 (formerly Compañía de Aguas del Aconquija, S.A. and Compagnie Générale des Eaux v. Argentine Republic)). Η Αργεντινή τελικά έχασε και διατάχθηκε να καταβάλει στην εταιρεία περισσότερα από 100 εκατομμύρια δολάρια αποζημίωση. Σήμερα, στην πιο σημαντική του υπόθεση, ο Parada είναι μέλος μιας ομάδας υπεράσπισης για το Ελ Σαλβαδόρ, καθώς προσπαθεί να αποκρούσει μια αγωγή πολλών εκατομμυρίων δολαρίων που κατέθεσε μια πολυεθνική εταιρεία εξόρυξης όταν η μικρή αυτή χώρα της Κεντρικής Αμερικής αρνήθηκε να της επιτρέψει να εξορύξει χρυσό στο έδαφός της.
Η μήνυση κατατέθηκε το 2009 από μια καναδική εταιρεία, την Pacific Rim (υπόθεση: Pac Rim Cayman LLC v. Republic of El Salvador, ICSID Case No. ARB/09/12) -που αργότερα αγοράστηκε από μια αυστραλιανή εταιρεία εξόρυξης, την OceanaGold– η οποία είπε ότι είχε ενθαρρυνθεί από την κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ να δαπανήσει “δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για να αναλάβει δραστηριότητες μεταλλευτικών ερευνών”. Όμως, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι όταν ανακαλύφθηκαν τα πολύτιμα κοιτάσματα χρυσού και αργύρου, η κυβέρνηση, για πολιτικούς λόγους, παρακράτησε τις άδειες που απαιτούνται για να αρχίσει την εξόρυξη. Οι απαιτήσεις της εταιρείας, που κάποια στιγμή υπερέβησαν τα 300 εκατομμύρια δολάρια, τώρα έχουν μειωθεί στα 284 εκατομμύρια –ακόμα και έτσι όμως είναι περισσότερα από ότι είναι το συνολικό ποσό της ξένης βοήθειας που έλαβε το Ελ Σαλβαδόρ το περασμένο έτος. Το Ελ Σαλβαδόρ αντέτεινε ότι η εταιρεία όχι μόνο δεν είχε λάβει τις απαραίτητες περιβαλλοντικές άδειες, αλλά επίσης απέτυχε να αποδείξει ότι είχε αποκτήσει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας σε ένα μεγάλο μέρος της γης που κάλυπτε το αίτημά της: πολλοί αγρότες στη βόρεια περιοχή Cabañas, όπου η εταιρεία ήθελε να σκάψει, αρνήθηκαν να πωλήσουν την γη τους.
Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες κάτοικοι του Ελ Σαλβαδόρ γιορτάζουν αυτήν την μέρα επειδή τότε ένα μεγάλο μέρος της Κεντρικής Αμερικής απέκτησε την ανεξαρτησία του από την Ισπανία. Πυροτεχνήματα και παρελάσεις γίνονται σε χωριά και πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα. Όμως, πέρυσι, στην πόλη του San Isidro, στο Cabañas, οι εορταστικές εκδηλώσεις είχαν έναν σημαντικά διαφορετικό τόνο. Εκατοντάδες συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην εξόρυξη. Τα ορυχεία χρυσού συχνά χρησιμοποιούν κυάνιο προκειμένου να διαχωρίσουν τον χρυσό από τα μεταλλεύματα και η διαδεδομένη ανησυχία για την ήδη σοβαρή μόλυνση του νερού στο Ελ Σαλβαδόρ έχει βοηθήσει στο να τροφοδοτηθεί ένα ισχυρό κίνημα που είναι αποφασισμένο να κρατήσει τα ορυκτά της χώρας μέσα στο έδαφος. Στην κεντρική πλατεία, πολύχρωμα πανό κρεμάστηκαν, καλώντας την OceanaGold να αποσύρει την αγωγή της ενάντια στην χώρα και να εγκαταλείψει την περιοχή. Πολλοί φώναζαν το σύνθημα “No a la Mineria, Si a la vida” (Όχι στην εξόρυξη, ναι στη ζωή).
Την ίδια ημέρα, στην Ουάσιγκτον, o Parada συγκέντρωσε τις σημειώσεις του και πήγε σε μια συνάντηση εκτός διαδικασίας σε μια από τις αίθουσες συνεδριάσεων στο κτήριο J της Παγκόσμιας Τράπεζας, απέναντι από την κύρια έδρα της στην Pennsylvania Avenue. Αυτό είναι το Διεθνές Κέντρο για την Επίλυση Επενδυτικών Διαφορών (International Centre for the Settlement of Investment Disputes, ICSID) και είναι ο πρωταρχικός φορέας για το χειρισμό των υποθέσεων όπου οι επιχειρήσεις καταθέτουν αγωγές εναντίον κυρίαρχων κρατών. (Το ICSID δεν είναι ο μοναδικός χώρος για τέτοιες υποθέσεις. Υπάρχουν παρόμοια φόρουμ στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Χονγκ-Κονγκ και στην Χάγη, μεταξύ άλλων). Η ημερομηνία της ακρόασης δεν ήταν τυχαία ή κατά σύμπτωση, λέει ο Parada. Η υπόθεση έχει διαμορφωθεί στο Ελ Σαλβαδόρ ως μια δοκιμασία της κυριαρχίας της χώρας στον 21ο αιώνα, και άφησε να εννοηθεί ότι θα έπρεπε να υπάρχει ακρόαση την Ημέρα της Ανεξαρτησίας. “Η πιο σημαντική ερώτηση σε αυτή την υπόθεση”, είπε, “είναι εάν ένας ξένος επενδυτής μπορεί να αναγκάσει μια κυβέρνηση να αλλάξει τη νομοθεσία της για να ευχαριστήσει τον επενδυτή σε αντίθεση με το να συμμορφώνεται ο εκάστοτε επενδυτής στους νόμους που υπάρχουν στη χώρα(;)”.

Η πιο σημαντική ερώτηση είναι εάν ένας ξένος επενδυτής μπορεί να αναγκάσει μια κυβέρνηση να αλλάξει τη νομοθεσία της για να ευχαριστήσει τον επενδυτή σε αντίθεση με το να συμμορφώνεται ο εκάστοτε επενδυτής στους νόμους που έχει η χώρα
– Luis Parada

Οι περισσότερες διεθνείς συμφωνίες περί επενδύσεων και ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών παραχωρούν στους ξένους επενδυτές το δικαίωμα να ενεργοποιήσουν το σύστημα αυτό, το οποίο είναι γνωστό ως μηχανισμός Επίλυσης Διαφορών Επενδυτή-με-Κράτος (Investor-State Dispute Settlement, ISDS), όταν θέλουν να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης που επηρεάζουν τις επενδύσεις τους. Στην Ευρώπη, το σύστημα αυτό έχει γίνει ένα σημείο αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις για την αμφιλεγόμενη συμφωνία Transatlantic Trade and Investment Partnership, TTIP (Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων) μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, επειδή θα επεκτείνει μαζικά το πεδίο εφαρμογής και τη δύναμη αυτού του μηχανισμού και θα είναι πολύ πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί στο μέλλον. Τόσο η Γαλλία όσο και η Γερμανία έχουν πει ότι θέλουν οι διατάξεις για την πρόσβαση στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών επενδυτή-κράτους να αφαιρεθούν από τη Συνθήκη ΤΤΙΡ και επί του παρόντος το όλο θέμα είναι υπό συζήτηση.
Βλ. (προσσθήκη μτφ): Το 5ο Τμήμα (PART FIVE: INVESTMENT, SERVICES AND RELATED MATTERS), Κεφάλαιο 11 (Chapter Eleven: Investment), Μέρος Α (Section A – Investment), από το άρθρο 1101 (Article 1101: Scope and Coverage) έως και το Άρθρο 1139 (Article 1139: Definitions) στην εμπορική συμφωνίαNorth American Free Trade Agreement, NAFTA (Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών) που είναι σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 1994, ανάμεσα στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό, είναι ένα καλό “παράδειγμα προς αποφυγή”.
Πάνω σε αυτό το κεφάλαιο έχουν στηριχθεί μέχρι σήμερα πολλές υποθέσεις διαιτησίας, 77 από αυτές είναι γνωστές . Υπάρχει μια πρόσφατη έκθεση, η “NAFTA Chapter 11 Investor-State Disputes to January 1, 2015” σχετικά με την εφαρμογή της εδώ και 2 δεκαετίες συμφωνίας και των υποθέσεων που προέκυψαν βασιζόμενες στον μηχανισμό της ISDS. Στην σελίδα 30 αυτής της έκθεσης [αρχείο PDF, 41 σελίδες στα αγγλικά] υπάρχει το συμπερασματικό άρθρο με τίτλο “Democracy Under Challenge, Canada and Two Decades of NAFTA’s Investor-State Dispute Settlement Mechanism” (Η δημοκρατία Κάτω από Αμφισβήτηση, ο Καναδάς και οι Δύο Δεκαετίες του Μηχανισμού Επίλυσης Διαφορών Επενδυτή-Κράτους της NAFTA) από τον Scott Sinclair, του Canadian Centre for Policy Alternatives, που δείχνει τις επιπτώσεις που είχε η εμπορική συμφωνία για τον Καναδά και κυρίως τις συνέπειες που υπέστη το κράτος από τις υποθέσεις με το βάση το κεφάλαιο 11 αυτής της συμφωνίας.
Οι επενδυτές έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το σύστημα, όχι μόνο για να ασκήσουν αγωγές για αποζημιώσεις για υποτιθέμενες απαλλοτριώσεις γης και εργοστασίων, αλλά ενάντια και σε ένα τεράστιο φάσμα κυβερνητικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων και περιβαλλοντικών και κοινωνικών ρυθμίσεων, για τις οποίες ισχυρίζονται ότι παραβιάζουν τα δικαιώματά τους. Οι πολυεθνικές έχουν κάνει μηνύσεις όχι μόνο για να ανακτήσουν χρήματα που έχουν ήδη επενδύσει, αλλά και για υποτιθέμενα διαφυγόντα κέρδη και για “προβλεπόμενα μελλοντικά τους κέρδη”. Ο αριθμός μηνύσεων εναντίον χωρών στο ICSID είναι τώρα περίπου στις 500 -και ο αριθμός αυτός αυξάνεται με μέσο ρυθμό μία περίπτωση την εβδομάδα. Τα ποσά που χορηγούνται ως αποζημίωση είναι τόσο μεγάλα, ώστε τα επενδυτικά κεφάλαια το έχουν πάρει μυρουδιά και βλέπουν πλέον τις αξιώσεις των επιχειρήσεων κατά των κρατών να θεωρούνται ως περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να επενδυθούν ή να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός εγγύησης για την εξασφάλιση δανείων πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Ολοένα και περισσότερο, οι εταιρείες χρησιμοποιούν την απειλή της μήνυσης στο ICSID για να ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις ώστε αυτές να μην αμφισβητούν τις δράσεις των επενδυτών.
Βλ. (προσθήκη μτφ) α) Στατιστικά για τις υποθέσεις στο ICSID με επικέντρωση στην ΕΕ, “THE ICSID CASELOAD–STATISTICS (SPECIAL FOCUS–EUROPEAN UNION)”, αφορούν υποθέσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι τις 1 Μαρτίου 2014, στο ICSID της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Και
β) Στατιστικά για τις υποθέσεις στο ICSID για το 2014, “The ICSID Caseload – Statistics 2014”, στο ISDS BLOG.
Όλες αυτές οι υποθέσεις υπάρχουν ήδη και χωρίς την “βοήθεια” από την υπό διαπραγμάτευση συμφωνία TTIP. Φανταστείτε τι έχει να γίνει μόλις οι δυο αθροιστικά μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, ΕΕ και ΗΠΑ, υπογράψουν μια συμφωνία που θα περιέχει διατάξεις πρόβλεψης για έναν μηχανισμό επίλυσης διαφορών.
Δεν είχα την παραμικρή ιδέα ότι αυτό ερχόταν, δήλωσε ο Parada. Καθισμένος σε μια αίθουσα συσκέψεων με γυάλινους τοίχους στα γραφεία του, στο δικηγορικό γραφείο Foley Hoag, έκανε μια παύση, ψάχνοντας για την κατάλληλη λέξη για να περιγράψει αυτό που συνέβη στον τομέα του. “Σάπιο”, αποφάσισε, τελικά. “Νομίζω ότι ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών επενδυτή-κράτους δημιουργήθηκε με καλές προθέσεις, αλλά στην πράξη έχει ξεφύγει εντελώς, είναι πλέον σάπιος”.

* * *

https://aace9a0a4be42ab71008b1ef0c05e35e0668359c-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0NEFlLVF6VnpYUDg χώρεςΤο ήσυχο χωριό του Moorburg στη Γερμανία βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ποτάμι από το Αμβούργο. Περνώντας από την εκκλησία του 16ου αιώνα και τα λιβάδια τα πλούσια σε αγριολούλουδα, δύο τεράστιες καμινάδες βγάζουν σταθερά ένα τεράστιο σύννεφο από έναν παχύ, γκρίζο καπνό στον ουρανό. Αυτό είναι το Kraftwerk Moorburg, μια νέα μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, ένα θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο –ο αμφιλεγόμενος γείτονας του χωριού. Το 2009, ήταν το αντικείμενο μιας 1,4δις € υπόθεσης επενδυτή-κράτους (υπόθεση: Vattenfall AB, Vattenfall Europe AG, Vattenfall Europe Generation AG v. Federal Republic of Germany, ICSID Case No. ARB/09/6 (formerly Vattenfall AB, Vattenfall Europe AG, Vattenfall Europe Generation AG & Co. KG v. The Federal Republic of Germany)) που κατατέθηκε από την Vattenfall, τον σουηδικό ενεργειακό γίγαντα, εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς αυτό το ισχυρό διεθνές νομικό σύστημα, που χτίστηκε για να προστατεύσει τους ξένους επενδυτές στις αναπτυσσόμενες χώρες (από δόλιες κυβερνήσεις και δικτάτορες), χρησιμοποιείται πλέον και για να αμφισβητήσει τις ενέργειες των ευρωπαϊκών δημοκρατικών κυβερνήσεων.
Από τη δεκαετία του 1980, οι Γερμανοί επενδυτές έχουν μηνύσει δεκάδες χώρες, όπως την Γκάνα, την Ουκρανία και τις Φιλιππίνες, στο Κέντρο της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσιγκτον. Αλλά με την υπόθεση Vattenfall, η Γερμανία βρέθηκε η ίδια στο εδώλιο του κατηγορουμένου για πρώτη φορά. Και οποία ειρωνεία, για αυτούς που έκριναν ότι η Γερμανία είναι ο παππούς της διαιτησίας επενδυτή-κράτους: ήταν μια ομάδα Γερμανών επιχειρηματιών, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι οποίοι πρώτοι σκέφτηκαν έναν τρόπο για να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους στο εξωτερικό καθώς ένα κύμα από αναπτυσσόμενες χώρες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους από τις ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις. Με επικεφαλής τον πρόεδρο της Deutsche Bank, Hermann Abs, αποκάλεσαν την πρότασή τους ως την “international magna carta” (Διεθνής Magna Carta) για τους ιδιώτες επενδυτές.

Το σύστημα διαιτησίας μεταξύ επενδυτή και κράτους δημιουργήθηκε με καλές προθέσεις, αλλά στην πράξη έχει ξεφύγει τελείως, έγινε σάπιο
– Luis Parada

Στη δεκαετία του 1960, η ιδέα αυτή υιοθετήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα, η οποία δήλωσε ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να βοηθήσει τις φτωχότερες χώρες του κόσμου να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια. “Είμαι πεπεισμένος”, είπε ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας George Woods, εκείνη την εποχή, “ότι αυτοί… που υιοθετούν ως εθνική πολιτική τους ένα ευπρόσδεκτο [περιβάλλον] για τις διεθνείς επενδύσεις -και αυτό σημαίνει ότι, δεν μασάνε τα λόγια τους για αυτό, δίνοντας στους ξένους επενδυτές μια δίκαιη ευκαιρία να κάνουν ελκυστικά κέρδη- θα επιτύχουν τους αναπτυξιακούς στόχους τους πιο γρήγορα από ότι εκείνοι που δεν το κάνουν”.
Το 1964 κατά την ετήσια συνάντηση της Παγκόσμιας Τράπεζας στο Τόκιο, ενεκρίθη ένα ψήφισμα για τη δημιουργία ενός μηχανισμού για το χειρισμό των υποθέσεων επενδυτών-με-κράτη. Η πρώτη γραμμή του προοιμίου της Σύμβασης ICSID καθορίζει το στόχο της ως μια “διεθνής συνεργασία για την οικονομική ανάπτυξη”. Υπήρξε οξεία αντιπαράθεση με το σύστημα αυτό από την ίδρυση του, όπου ένα μπλοκ από αναπτυσσόμενες χώρες να προειδοποιεί ότι θα υπονομεύσει την κυριαρχία τους. Μια ομάδα από 21 χώρες -σχεδόν όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, καθώς και το Ιράκ και οι Φιλιππίνες- καταψήφισαν την πρόταση στο Τόκιο. Όμως, η Παγκόσμια Τράπεζα αποφάσισε να προχωρήσει ανεξάρτητα από αυτές τις αντιδράσεις. Ο Andreas Lowenfeld, ένας Αμερικανός νομικός ακαδημαϊκός ο οποίος είχε εμπλακεί σε ορισμένες από αυτές τις πρώτες συζητήσεις, παρατήρησε αργότερα λέγοντας: “Πιστεύω ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένα σημαντικό ψήφισμα της Παγκόσμιας Τράπεζας προχώρησε με πιέσεις πάρα την τόση αντιπολίτευση”.
Η παγκόσμια ανάπτυξη παραμένει ο δεδηλωμένος στόχος του ICSID. “Η ιδέα”, είπε ο σημερινός γενικός γραμματέας του ιδρύματος, Meg Kinnear, ότι “είναι εάν ένας επενδυτής πιστεύει ότι υπάρχει ένας δίκαιος, αμερόληπτος μηχανισμός που θα μπορεί να τον ενεργοποιήσει σε περίπτωση που προκύψει μια διαφορά, τότε θα έχει ανάλογα και πολύ περισσότερη εμπιστοσύνη και αυτό θα βοηθήσει στην προώθηση των επενδύσεων… και όταν επενδύουν σε μια χώρα, προφανώς θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, έσοδα, τεχνολογία και όλα όσα συνοδεύουν μια επένδυση”.
https://65730fdf486d8e96c801f48fa31c2045fc4adc07-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0SGpZSS1nQVk1bGc χώρες
Όμως, τώρα, οι κυβερνήσεις ανακαλύπτουν, πολύ αργά, το πραγματικό κόστος αυτής της “εμπιστοσύνης”. Το εργοστάσιο Kraftwerk Moorburg ήταν ήδη μια αμφιλεγόμενη υπόθεση πολύ πριν γίνει η κατάθεση της αγωγής. Για χρόνια, οι ντόπιοι κάτοικοι και οι περιβαλλοντικές ομάδες είχαν αντιρρήσεις για την κατασκευή του, εν μέσω των εντεινόμενων ανησυχιών για την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις του έργου που θα είχε με την εγκατάσταση και την λειτουργία του στις όχθες του ποταμού Έλβα. Το 2008, στην Vattenfall χορηγήθηκε μια άδεια χρήσης νερού για το έργο Moorburg, αλλά, ως απάντηση σε πιέσεις από τους ντόπιους, οι τοπικές αρχές επέβαλαν αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους για τον περιορισμό της χρήσης του νερού και των επιπτώσεων αυτής της χρήσης στα ψάρια.
Η Vattenfall μήνυσε το Αμβούργο στα τοπικά δικαστήρια. Αλλά, ως ξένος επενδυτής, μπορούσε επίσης να υποβάλει την υπόθεση και στο ICSID. Αυτά τα περιβαλλοντικά μέτρα, είπε, ήταν τόσο αυστηρά ώστε να αποτελούν μια παραβίαση των δικαιωμάτων μας, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη του Χάρτη Ενέργειας (Energy Charter Treaty), μιας πολυμερούς συμφωνίας για τις επενδύσεις που υπογράφηκε από περισσότερες από 50 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Σουηδίας και της Γερμανίας [βλ. Pdf αρχείο, 32 σελίδες στα αγγλικά, International Energy Charter, Agreed text for adoption in The Hague at the Ministerial Conference on the International Energy Charter on 20 May 2015]. Η εταιρία Ισχυρίστηκε ότι οι περιβαλλοντικές συνθήκες που διατίθενται στην άδεια της ήταν τόσο σοβαρές και περιοριστικές που έκαναν την λειτουργία του εργοστασίου αντιοικονομική και έτσι αποτελούσαν πράξεις έμμεσης απαλλοτρίωσης.
Ήταν μια απόλυτη έκπληξη για μας”, μας είπε ο τοπικός ηγέτης του Κόμματος των Πρασίνων, Jens Kerstan, σε μια συνάντηση στο ηλιόλουστο γραφείο του στο Αμβούργο πέρυσι. “Απ” όσο ήξερα, υπήρχαν κάποιες συμφωνίες για την προστασία των γερμανικών εταιρειών στον [αναπτυσσόμενο] κόσμο ή από τις δικτατορίες, αλλά το ότι μια ευρωπαϊκή εταιρεία θα έκανε μήνυση στη Γερμανία, αυτό ήταν εντελώς μια έκπληξη για μένα«.
Η υπόθεση Vattenfall vs Γερμανία, κατέληξε σε διακανονισμό το 2011, αφού η εταιρεία κέρδισε την υπόθεσή στο τοπικό δικαστήριο και έλαβε μια νέα άδεια για την χρήση του νερού για το εργοστάσιο Moorburg -στην οποία μειώθηκαν σημαντικά οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές που είχαν αρχικά επιβληθεί, σύμφωνα με τους νομικούς εμπειρογνώμονες, επιτρέποντας στο εργοστάσιο να χρησιμοποιήσει περισσότερο νερό από τον ποταμό και εξασθενώντας τα μέτρα που έπρεπε να λάβει για την προστασία των ψαριών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πάρει τώρα σειρά και παρεμβαίνοντας πήγε τη Γερμανία στο Δικαστήριο της ΕΕ (βλ. European Commission Takes Germany to Court for Coal-fired Power Plant in Hamburg on Habitats Directive Arguments), λέγοντας ότι η άδεια της μονάδας παραγωγής ηλεκτρισμού με καύση άνθρακα στην Moorburg, παραβιάζει την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ (συγκεκριμένα την ΟΔΗΓΙΑ 92/43/EOK ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας), με το να μην κάνει περισσότερα για να μειώσει τον κίνδυνο πάνω σε προστατευόμενα είδη ψαριών, όπως ο σολομός, ο οποίος περνά κοντά από το εργοστάσιο, ενώ μεταναστεύει από τη Βόρεια Θάλασσα!!!
Ένα χρόνο μετά που η υπόθεση Moorburg έκλεισε, η Vattenfall υπέβαλε μήνυση για μια άλλη αξίωση της (υπόθεση: Vattenfall AB and others v. Federal Republic of Germany, ICSID Case No. ARB/12/12, Notice of Arbitration (not public, see IAReporter story) κατά της Γερμανίας, αυτή τη φορά για την απόφαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για τη σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Αυτή η δεύτερη μήνυση -για την οποία πολύ λίγες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο κοινό, παρά τις αναφορές ότι η εταιρεία επιδιώκει να πάρει €4,7δις από τους Γερμανούς φορολογούμενους– είναι ακόμα σε εξέλιξη. Περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των υποθέσεων που έχουν συναφθεί και κατατέθηκαν στο ICSID καταγράφονται με μια κατάληξη “συμβιβασμός”, και αυτό -όπως δείχνει η υπόθεση με το Moorburg- μπορεί να είναι μια πολύ επικερδής επιχείριση για τους επενδυτές, αν και οι όροι τους σπάνια αποκαλύπτονται πλήρως.
Υπάρχουν πλέον χιλιάδες διεθνείς επενδυτικές συμφωνίες και πράξεις ελευθέρων συναλλαγών, που έχουν υπογραφεί από τα κράτη, οι οποίες περιέχουν διατάξεις που δίνουν στις ξένες εταιρείες την δυνατότητα πρόσβασης στο σύστημα επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους, σε περίπτωση που οι εταιρίες αποφασίσουν να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις κάποιας κυβέρνησης. Οι διαφορές αυτές συνήθως λαμβάνουν ακρόαση έμπροσθεν ομάδων που αποτελούνται από τρεις διαιτητές, η κάθε πλευρά επιλέγει από έναν και ο τρίτος επιλέγεται με συμφωνία μεταξύ των δυο αντιδίκων μερών. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία και είναι αποφάσεις οριστικές και δεσμευτικές. Δεν υπάρχει διαδικασία έφεσης -μόνο μια επιλογή με κατάθεση αίτησης ακυρώσεως που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με πολύ περιορισμένους λόγους. Εάν τα κράτη δεν πληρώσουν την αποζημίωση που έχει εκδικάσει η απόφαση, τα περιουσιακά τους στοιχεία υπόκεινται σε κατάσχεση σχεδόν σε κάθε χώρα του κόσμου (η εταιρεία μπορεί να ζητήσει στα κατά τόπους δικαστήρια την έκδοση διαταγής εκτέλεσης). Ενώ ένα δικαστήριο δεν μπορεί να υποχρεώσει μια χώρα να αλλάξει τους νόμους της ή να δώσει σε μια εταιρεία μια άδεια, η απειλή για τον κίνδυνο μαζικών ζημιών από αποζημιώσεις μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι αρκετή για να πείσει μια κυβέρνηση να επανεξετάσει τις ενέργειές της. Η ύπαρξη και η απειλή χρήσης της διαδικασίας διαιτησίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενθαρρύνει τα κράτη να ξεκινήσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις διακανονισμού.

Εάν τα κράτη δεν πληρώσουν μετά την απόφαση, τα περιουσιακά τους στοιχεία υπόκεινται σε κατάσχεση σε σχεδόν σε κάθε χώρα του κόσμου

Στη Γουατεμάλα, σε εσωτερικά έγγραφα της κυβέρνησης που λήφθηκαν μέσω του νόμου Freedom ofInformation Act της χώρας, δείχνουν πως ο κίνδυνος από αυτές τις περιπτώσεις ζυγίζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση ενός κράτους να μην αμφισβητήσει ένα αμφιλεγόμενο ορυχείο χρυσού, παρά τις διαμαρτυρίες από τους πολίτες της και μετά από την σύσταση που εξέδωσε η Διαμερικανική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Inter-American Commission on Human Rights) που λέει ότι θα πρέπει να κλείσει. Μια τέτοια ενέργεια, προειδοποιούν τα έγγραφα, θα μπορούσε να προκαλέσει την εταιρεία, η οποία ανήκει στον καναδικό γίγαντα εξόρυξης Goldcorp, στο να ενεργοποιήσει το ICSID ή να επικαλεσθεί τις ρήτρες στην Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Κεντρικής Αμερικής (Central American Free Trade Agreement, CAFTA) για να αποκτήσει “πρόσβαση σε διεθνή διαιτησία και σε μεταγενέστερες αιτήσεις αποζημίωσης από το κράτος”. Το ορυχείο, το οποίο είχε κλείσει προσωρινά από την κυβέρνηση το 2010, άνοιξε ξανά και πάλι.
Βλ. (προσθήκη μτφ): Ένας πρόσφατος κατάλογος με τέτοιες υποθέσεις: “TABLE OF FOREIGN INVESTOR-STATE CASES AND CLAIMS UNDER NAFTA AND OTHER U.S. “TRADE” DEALS, April 2015” (Πίνακας με τις Εξωτερικές Υποθέσεις Επενδυτών και Κράτους και Αξιώσεων υπό της NAFTA και Άλλων “Εμπορικών” Συμφωνιών των ΗΠΑ, Απρίλης του 2015) [pdf αρχείο, 43 σελίδες στα αγγλικά]
Καθώς οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων όλο και μεγαλώνουν, φαίνεται όλο και πιο πιθανό ότι οι τεράστιοι οικονομικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τον μηχανισμό διαιτησίας για την επίλυση των διαφορών επενδυτή-κράτους θα χορηγήσει αποτελεσματικά στους ξένους επενδυτές ένα κανονικό δικαίωμα βέτο πάνω σε οποιαδήποτε κυβερνητική απόφαση.

* * *

Όταν οι επιχειρήσεις αποτυγχάνουν στις απαιτήσεις τους έναντι των κρατών, μπορεί να υπάρξουν και άλλα πλεονεκτήματα που προκύπτουν. Το 2004, ο νέος μετα-απαρτχάιντ νόμος της Νότιας Αφρικής, ο Mineral and Petroleum Resources Development Act, MPRDA (Νόμος Ανάπτυξης των Μεταλλευτικών και Πετρελαϊκών Πόρων) τέθηκε σε ισχύ. Μαζί με έναν νέο χάρτη εξόρυξης, ο νόμος επιδίωξε να αποκαταστήσει τις ιστορικές ανισότητες στον τομέα της εξόρυξης, εν μέρει, απαιτώντας από τις εταιρίες να συνεργαστούν με τους πολίτες που υπέφεραν στο πλαίσιο του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Το νέο σύστημα τερμάτισε όλα τα προηγουμένως κατεχόμενα μεταλλευτικά δικαιώματα και απαιτούσε οι εταιρίες να υποβάλουν νέα αίτηση για την παροχή άδειας ώστε να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Σύστηνε επίσης ένα υποχρεωτικό 26% των μετοχών της κυριότητας των εταιρειών εξόρυξης της χώρας να είναι από μαύρους πολίτες της Νότιας Αφρικής. Δύο χρόνια αργότερα, μια ομάδα Ιταλών επενδυτών, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανίας γρανίτη στην Νότια Αφρική, κατέθεσαν μια αξίωση μεταξύ επενδυτή και κράτους ορόσημο (υπόθεση: Piero Foresti, Laura de Carli & Others v. The Republic of South Africa, ICSID Case No. ARB(AF)/07/01), ενάντια στο κράτος της Νότιας Αφρικής. Το νέο καθεστώς εξόρυξης της χώρας, όπως ισχυρίστηκαν, είχε παράνομα απαλλοτριώσει τις επενδύσεις τους και τους φέρθηκε άδικα. Ζήτησαν $ 350 εκατομμύρια σε αποζημίωση.
Η υπόθεση κατατέθηκε από τα μέλη των οικογενειών Foresti και Conti, εξέχοντες βιομήχανοι της Τοσκάνης και μιας εταιρείας συμμετοχών με έδρα το Λουξεμβούργο, την Finstone. Οι μηνυτές επικαλέστηκαν δύο διμερείς επενδυτικές συνθήκες, που είχαν υπογραφεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Νέλσον Μαντέλα. Ο Jason Brickhill, ένας δικηγόρος του Legal Resources Centre με έδρα το Γιοχάνεσμπουργκ, δήλωσε ότι η νέα, μετα-απαρτχάιντ κυβέρνηση φαίνεται ότι είχε δει αυτές τις συμφωνίες “περισσότερο ως διπλωματικές πράξεις καλής θέλησης παρά ως σοβαρές νομικές δεσμεύσεις με δυνητικά ευρύτατες οικονομικές συνέπειες”.
Εκείνη την εποχή, είχαν κληθεί κυβερνητικοί μας υπάλληλοι στην Ευρώπη για συναντήσεις, είπε, “και υπήρξαν όλα τα είδη της συζήτησης σχετικά με το πια θα είναι η οικονομική και εμπορική κατεύθυνση της Νότιας Αφρικής και μέρος όλου αυτού ήταν και η προσδοκία ότι θα συναφθούν συνθήκες για επενδύσεις – αλλά δεν είχαν καμία πραγματική κατανόηση του σε τι δεσμεύονταν από τον νόμο με την υπογραφή τους”. Ο Peter Draper, ένας πρώην υπάλληλος του South African Department of Trade and Industry (Τμήμα Εμπορίου και Βιομηχανίας Νότιας Αφρικής), το έθεσε λίγο πιο άχαρα: “Ουσιαστικά υπογράφαμε τα πάντα χωρίς να ρωτάμε πολλά πολλά ή χωρίς να προσέχουμε ιδιαίτερα”.
https://25a84d6712e2dbaa20e6182ebb8c04e65e336366-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0ZnQwZGc1V0NCd00 χώρες
Η διαδικασία της υπόθεσης των εταιριών κατά της Νοτίου Αφρικής κράτησε για τέσσερα χρόνια, πριν τελειώνει απότομα, όταν ο ιταλικός όμιλος απέσυρε τους ισχυρισμούς του και το δικαστήριο τον διέταξε να πληρώσει €400.000 για τα δικαστικά έξοδα της Νότιας Αφρικής. Εκείνη την εποχή, ένα δελτίο τύπου της κυβέρνησης γιόρταζε ως “επιτυχή ολοκλήρωση” της όλης υπόθεσης -παρά το γεγονός ότι η Νότια Αφρική είχε ήδη ξοδέψει €5 εκατομμύρια για νομικά έξοδα μη επιστρεφόμενα. Αλλά οι επενδυτές όμως υποστήριξαν μια πιο σημαντική νίκη: με την πίεση που ασκήθηκε από την υπόθεση, όπως είπαν, κατάφεραν να πετύχουν μια πρωτοφανή και σαφώς βελτιωμένη συμφωνία με την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, μια συμφωνία που επιτρέπει στις εταιρείες τους να μεταφέρουν μόνο το 5% της ιδιοκτησίας τους σε μαύρους Νοτιοαφρικανούς πολίτες – από το 26% που όριζε αρχικά ο νόμος. “Καμία άλλη εταιρεία εξόρυξης στη Νότια Αφρική δεν έχει τέτοια γενναιόδωρη αντιμετώπιση μετά την έλευση του νέου καθεστώτος εξόρυξης”, όπως καυχήθηκε ένας από τους δικηγόρους των επενδυτών, ο Peter Leon, εκείνη την εποχή.
Η κυβέρνηση φαίνεται να έχει συμφωνήσει σε αυτή τη συμφωνία, η οποία αντιβαίνει το πνεύμα των μετα-απαρτχάιντ αποζημιώσεων στη Νότια Αφρική, για να αποτραπεί μια πλημμύρα από άλλες αξιώσεις εναντίον της. “Αν για την υπόθεση η διαιτησία είχε αποφανθεί κατά της κυβέρνησης, τότε ήταν που θα γινόταν και η μεγάλη ζημιά, καθώς θα συνέρρεαν όλοι εναντίον της, οπότε αυτή η διευθέτηση είναι πολύ καλύτερη”, δήλωσε ο Jonathan Veeran, άλλος ένας από τους δικηγόρους εταιρίας, σε μια συνέντευξή του στο γραφείο του στο Γιοχάνεσμπουργκ. Οι πελάτες του, είπε “ήταν πολύ ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα”.

* * *

Ένας μικρός αριθμός χωρών προσπαθούν τώρα να ξεφύγουν από τα δεσμά του συστήματος με τον μηχανισμό επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους. Μια από αυτές είναι η Βολιβία, όπου χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της τρίτης μεγαλύτερης πόλης της χώρας, την Κοτσαμπάμπα, το 2000, για να διαμαρτυρηθούν για μια δραματική αύξηση των χρεώσεων για το νερό από μια ιδιωτική εταιρεία που ανήκει στην Bechtel, μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, η βολιβιανή κυβέρνηση παρενέβη και τερμάτισε την σύμβαση παραχώρησης με την εταιρεία. Η εταιρεία, στη συνέχεια κατέθεσε αγωγή 50 εκατομμυρίων δολαρίων εναντίον της Βολιβίας στο ICSID (υπόθεση: Aguas del Tunari, S.A. v. Republic of Bolivia, ICSID Case No. ARB/02/3). Το 2006, μετά από μια εκστρατεία που ζητούσε να απορριφθεί η υπόθεση, η εταιρεία συμφώνησε να δεχτεί ένα συμβολικό τίμημα λιγότερο από 1 δολάριο.
Μετά από αυτή την ακριβή περίπτωση, η Βολιβία ακύρωσε τις διεθνείς συμφωνίες που είχε υπογράψει με άλλα κράτη που προσέφεραν στους επενδυτές πρόσβαση σε τέτοια δικαστήρια. Αλλά για να γίνει αυτό και να αλλάξει το σύστημα δεν είναι κάτι εύκολο να γίνει. Οι περισσότερες από αυτές τις διεθνείς συμφωνίες έχουν ρήτρες λήξης ισχύος, σύμφωνα με τις οποίες οι διατάξεις τους παραμένουν σε ισχύ για 10 ή και για 20 χρόνια, ακόμη και αν οι ίδιες οι Συνθήκες ακυρωθούν!
Το 2010, ο πρόεδρος της Βολιβίας, Evo Morales, εθνικοποίησε τον μεγαλύτερο πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, την Empresa Eléctrica Guaracachi. Η επενδύτρια εταιρία ηλεκτρικής ενέργειας από το Ηνωμένο Βασίλειο, η Rurelec, η οποία κατέχει έμμεσα ποσοστό 50,001% στην εταιρεία, έσυρε την Βολιβία στο Διαρκές Διαιτητικό Δικαστήριο της Χάγης ζητώντας 100 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση (υπόθεση:Guaracachi America, Inc. and Rurelec PLC v. The Plurinational State of Bolivia, UNCITRAL, PCA Case No. 2011-17). Πέρυσι, η Βολιβία διατάχθηκε να πληρώσει στην Rurelec 35 εκατομμύρια δολάρια, μετά από μήνες διεξαγωγής διαπραγματεύσεων, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβασμό για μια πληρωμή αποζημίωσης μόλις πάνω από τα $ 31 εκατομμύρια τον Μάιο 2014. Η Rurelec, η οποία αρνήθηκε να μας δώσει τα σχόλια της για αυτό το άρθρο, γιόρτασε την νίκη της με μια σειρά δελτίων τύπου στην ιστοσελίδα της. “Το μόνο που με θλίβει είναι ότι καθυστέρησε τόσο πολύ να επιτευχθεί μια διευθέτηση”, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της σε μια δήλωση. “Το μόνο που θέλαμε ήταν μια φιλική διαπραγμάτευση και μια χειραψία με τον πρόεδρο Morales”.
Ακόμη και με τα κράτη που πρώτα είχαν φέρει αντιρρήσεις σχετικά με την εισαγωγή του συστήματος της επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους στην συνεδρίαση της Παγκόσμια Τράπεζα το 1964, έχουν υπογράψει έκτοτε δεκάδες συμφωνίες εξαπλώνοντας έτσι την έκτασή του πεδίου εφαρμογής αυτού του μηχανισμού. Με την ταχεία ανάπτυξη που υπάρχει σε αυτού του είδους τις συνθήκες -σήμερα υπάρχουν περισσότερες από 3.000 σε ισχύ- ένας ειδικός κλάδος έχει αναπτυχθεί στην παροχή συμβουλών σε εταιρείες για το πώς να εκμεταλλευτούν καλύτερα τις συνθήκες εκείνες που δίνουν στους επενδυτές δυνατότητα πρόσβασης στο σύστημα επίλυσης διαφορών, καθώς και με ποιον τρόπο να διαρθρώνουν τις επιχειρήσεις τους ώστε να επωφεληθούν από τις διάφορες προστασίες που προσφέρονται από τον μηχανισμό. Είναι ένας προσοδοφόρος τομέας: τα νομικά έξοδα και μόνο είναι κατά μέσο όρο 8 εκατομμύρια δολάρια ανά υπόθεση, αλλά έχουν υπερβεί και τα $ 30 εκατομμύρια σε μερικές υποθέσεις, οι αμοιβές των διαιτητών ξεκινάνε από τις $ 3.000 για κάθε ημέρα, συν τα έξοδα. Ενώ δεν υπάρχει κάποιο ισοδύναμο νομικής συνδρομής για τα κράτη που προσπαθούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ενάντια σε αυτές τις μηνύσεις, οι εταιρείες έχουν πρόσβαση σε μια αυξανόμενη ομάδα από τρίτους χρηματοδότες οι οποίοι είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν τις υποθέσεις των εταιριών εναντίον των κρατών, συνήθως σε αντάλλαγμα για ένα παχυλό τμήμα από την ενδεχόμενη αποζημίωση.
Όλο και περισσότερο, αυτές οι μηνύσεις γίνονται όλο και πιο πολύτιμες, ακόμη και πριν από τον όποιο πιθανό διακανονισμό των ασφαλιστικών αποζημιώσεων. Μετά που η Rurelec κατέθεσε αγωγή εναντίον της Βολιβίας, πήγε την υπόθεσή της στην αγορά και εξασφάλισε ένα πολλών εκατομμυρίων δολαρίων επιχειρηματικό δάνειο, χρησιμοποιώντας την διαφορά της με τη Βολιβία ως εγγύηση, για να μπορέσει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της. Κατά τα τελευταία 10 χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, ένας αυξανόμενος αριθμός εξειδικευμένων επενδυτικών κεφαλαίων έχουν μετακινηθεί στο να συγκεντρώνουν χρήματα μέσα από αυτές τις περιπτώσεις, αντιμετωπίζοντας τις απαιτήσεις των πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από τις εταιρείες εναντίον των κρατών, ως μια νέα “κατηγορία περιουσιακών στοιχείων”.
Ένα από τα μεγαλύτερα ταμεία που ειδικεύονται στην υποστήριξη μηνύσεων από επιχειρήσεις κατά των κυβερνήσεων, η Burford Capital, έχει την έδρα του μόλις λίγα τετράγωνα μακριά από το σιδηροδρομικό σταθμό του East Croydon, στον πέμπτο όροφο ενός αλλόκοτου καφέ κτιρίου από τούβλα. Οι εταιρείες σπάνια αποκαλύπτουν το ότι οι υποθέσεις τους χρηματοδοτούνται από κάποιον από αυτούς τους τρίτους επενδυτές, αλλά στην υπόθεση της Rurelec εναντίον της Βολιβίας, η Burford εξέδωσε ένα θριαμβευτικό δελτίο τύπου γιορτάζοντας την “πρωτοποριακή” της συμμετοχή. Συνήθως, χρηματοδότες όπως αυτοί, θα συμφωνήσουν να στηρίξουν τους ισχυρισμούς των εταιρειών κατά των κρατών, σε αντάλλαγμα για ένα κομμάτι από κάθε ενδεχόμενη αποζημίωση που πιθανόν να λάβουν οι εταιρίες. Σε αυτή την περίπτωση η Burford έδωσε στην Rurelec ένα “δάνειο” 15 εκατομμυρίων δολαρίων, χρησιμοποιώντας την μήνυση της κατά της Βολιβίας ως εγγύηση.
Βλ. (προσθήκη μτφ): Βάση δεδομένων με υποθέσεις σύμφωνα με τον μηχανισμό ISDS, στο UNCTAD (United Nations Conference on Trade and Development), στην τελευταία στήλη αναγράφεται η κατάληξη της υπόθεσης, πάρα πολλές είναι είτε υπέρ του επενδυτή είτε υπήρξε συμβιβασμός των 2 μερών. Οι υποθέσεις υπέρ του Κράτους είναι οι λιγότερες.
https://37c83c600a3de8ee833d85b3b8de7b8a72c314da-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0NHAtMHQ4OENZRHc χώρες
Η Rurelec δεν χρειαζόταν κεφάλαια για να πληρώσει τους δικηγόρους της. Αντίθετα, χρειάζεται κεφάλαια για να συνεχίσει την ανάπτυξη της επιχείρησής της”, είπε η Burford σε μια δήλωση της. “Αυτή είναι μια καλή απόδειξη ότι τα οφέλη των οικονομικών διαφορών πάνε πολύ πιο πέρα από απλά να βοηθήσουν στο να πληρωθούν τα νομικά έξοδα”, πρόσθεσε ο Διευθύνων Σύμβουλος της, “και σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να παρέχουν μια αποτελεσματική εναλλακτική μέθοδο χρηματοδότησης για να βοηθήσουν τις εταιρείες να επιτύχουν τους στρατηγικούς τους στόχους”. Η “χρηματοδότηση” ήταν άκρως ικανοποιητική και για την Burford, καθώς: ανακοίνωσε καθαρά κέρδη ύψους $ 11 εκατομμυρίων από αυτή την διαμάχη.
Ένας εκπρόσωπος της Burford εξήγησε περαιτέρω: “Η Burford δεν χρηματοδότησε την απαίτηση της Rurelec, η οποία είχε ξεκινήσει εδώ και δύο χρόνια, πριν από τη συμμετοχή μας στην εταιρεία. Αντ” αυτού, την χρηματοδοτήσαμε υπό τον όρο μιας εταιρικής δανειακής διευκόλυνσης για να μπορέσει η Rurelec να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Νότια Αμερική, αλλά κοιτάξαμε και την επιδίωξη της με την υπόθεση διαιτησίας (ως τα υπό αίρεση περιουσιακά στοιχεία) για να την βοηθήσουμε στην αποπληρωμή του δανείου της”.
https://03f7aeb1146a17886cc553a275731f055eb185d5-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0VWkweFM4X2ZWSjg χώρες
Από την αρχή, ένα μέρος της αιτιολόγησης για την ύπαρξη του διεθνούς συστήματος επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους, ήταν για να δημιουργήσει ένα “ουδέτερο φόρουμ” για τις συγκρούσεις που θα πρέπει να επιλυθούν, για να εγκαταλείψουν οι επενδυτές το δικαίωμα να ζητήσουν διπλωματική υποστήριξη από τις χώρες προέλευσής τους, όταν υποβάλουν απαιτήσεις σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αλλά τα έγγραφα που λάβαμε ως απάντηση σε μια αίτηση σύμφωνα με τον νόμο Freedom of Information αποκαλύπτουν ότι η Rurelec ήταν επίσης σε θέση να επικαλεστεί και την βρετανική κυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να παρενέβη ενεργά για να υποστηρίξει την υπόθεσή της.
Η απάντηση με τα έγγραφα των 44 σελίδων περιλαμβάνει δεκάδες μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και σημειώσεις εσωτερικής ενημέρωσης (memos) από τον Μάιο του 2010 έως τον Ιούνιο του 2014, πολλά από τα οποία αναφέρουν ρητά την βρετανική άσκηση πίεσης εκ μέρους της εταιρείας. Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για να τον πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στη Βολιβία, Ross Denny, όπου ο αποστολέας έχει αποκρυβεί, περιλαμβάνει τη γραμμή “λόμπι για την Rurelec, ναι”. Ένας άλλο, από τον Denny, δηλώνει: “η τακτική άσκηση πίεσης υψηλού επιπέδου μας για λογαριασμό της Rurelec βοήθησε στο να αποδείξει τη σοβαρότητα με την οποία παίρνουμε υπόψη μας την προστασία των συμφερόντων των επιχειρήσεων μας”. Σε κάποιο άλλο απλά λέει: “Η Rurelec χρειάζεται τη βοήθειά μας”.
Φαίνεται ότι η βρετανική πρεσβεία γνώριζε ότι το σύστημα διαιτησίας υποτίθεται ότι είναι αμερόληπτο. Ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο φαίνεται να είναι σχετικά με το πώς να ανταποκριθούν σε μια έρευνα από ένα μέλος του κοινοβουλίου, είπε: “Όλα τα πράγματα είναι ίσα, η γραμμή μας ήταν ότι η HMG δεν θα εμπλακούν σε νομική διαδικασία που προέρχεται από τις επενδυτικές συμφωνίες που έχουμε υπογράψει”. Το μήνυμα, του οποίου ο αποστολέας και οι δέκτες έχουν διαγραφεί, συνεχίζει: “Αν το FCO [το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας] είχε έναν διαρκή διάλογο με την εταιρεία για το θέμα αυτό, θα ήταν ίσως πιο κατάλληλο για σας να απαντήσετε με κάποιες γενικές γραμμές από εμάς σχετικά με τα οφέλη των επενδυτικών συνθηκών”.

* * *

Το Ελ Σαλβαδόρ έχει ήδη δαπανήσει περισσότερα από 12 εκατομμύρια δολάρια για να αμυνθεί ενάντια στην Pacific Rim, αλλά ακόμα κι αν καταφέρει να νικήσει απορρίπτοντας τα $ 284 εκατομμύρια που αιτείται ως αποζημίωση η εταιρεία, δεν θα μπορεί να ανακτήσει πίσω αυτές τις δαπάνες. Για χρόνια ομάδες διαμαρτυρίας στο Ελ Σαλβαδόρ ζητούν από την Παγκόσμια Τράπεζα να ξεκινήσει μια ανοικτή και δημόσια αξιολόγηση του ICSID. Μέχρι σήμερα, καμία τέτοια μελέτη δεν έχει διεξαχθεί. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από ιδέες έχουν προταθεί για τη μεταρρύθμιση του διεθνούς συστήματος επίλυσης των διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους -για την υιοθέτηση μιας προσέγγισης όπου “ο ηττημένος πληρώνει” το κόστος, για παράδειγμα ή για την αύξηση της διαφάνειας. Η λύση μπορεί να βρεθεί στη δημιουργία ενός συστήματος εφέσεων, ώστε να μπορούν να επανεξεταστούν οι αμφιλεγόμενες αποφάσεις.
Πέρυσι, ο David Morales, Συνήγορος του Πολίτη για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Ελ Σαλβαδόρ (μια θέση που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της ειρηνευτικής διαδικασίας, μετά τον εμφύλιο πόλεμο στην χώρα, 1979 με 1992), έβαλε μια ολοσέλιδη διαφήμιση στην εφημερίδα La Prensa Gráfica καλώντας η κυβέρνηση να επανεξετάσει το σύνολο των διεθνών συνθηκών επενδύσεων που έχει υπογράψει, με σκοπό την επαναδιαπραγμάτευση ή την ακύρωση τους. Ο Luis Parada, που αντιπροσωπεύει το Ελ Σαλβαδόρ στη διένεξή του με την Pacific Rim, συμφωνεί ότι αυτή θα ήταν μια σοφή κίνηση: “Εγώ προσωπικά δεν νομίζω ότι οι χώρες κερδίζουν τόσα πολλά από αυτές τις συνθήκες ώστε να υφίστανται τους κινδύνους που προκύπτουν από τις ενδεχόμενες υποθέσεις διεθνής διαιτησίας”.
Το Ελ Σαλβαδόρ έχει ήδη δαπανήσει περισσότερα από 12 εκατομμύρια δολάρια υπερασπιζόμενο τον εαυτό του έναντι της Pacific Rim. Ποτέ δεν μπορέσει να ανακτήσει αυτές του τις δαπάνες
Άλλες χώρες έχουν ήδη αποφασίσει να μειώσουν τις ζημίες τους και προσπαθούν να βγουν από αυτές τις εμπορικές συνθήκες. Λίγο μετά τον συμβιβασμό της αγωγής με τις ξένες εταιρείες εξόρυξης πάνω στους νέους μετα-απαρτχάιντ κανόνες εξόρυξης, η Νότια Αφρική άρχισε να τερματίζει πολλές από τις δικές της επενδυτικές συμφωνίες.
Αυτό που μας ανησυχεί είναι ότι θα μπορούσε να είμαστε σε μια διεθνή διαιτησία -με μια απόφαση που θα γίνει από τρία άτομα- πάνω σε αυτό που είναι στην πραγματικότητα ένα νομοθετικό πρόγραμμα της Νοτίου Αφρικής, που έχει γίνει μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και ότι κατά κάποιον τρόπο αυτή η ειδική ομάδα διαιτησίας θα μπορούσαν δυνητικά να θέσει όλο αυτό το πρόγραμμα υπό αμφισβήτηση”, μας είπε ο Xavier Carim, ένας πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής στο South Africa’s Department of Trade and Industry (Τμήμα Εμπορίου και Βιομηχανίας της Νότιας Αφρικής). “Ήταν πολύ, πολύ σαφές ότι αυτές οι συνθήκες είναι ανοικτές σε τέτοιες ευρείες ερμηνείες από πάνελς ή από επενδυτές που επιθυμούν να προσβάλουν οποιοδήποτε κυβερνητικό μέτρο, με το ενδεχόμενο μιας σημαντικής καταβολής αποζημίωσης στο τέλος της ημέρας”, είπε ο Carim, ο οποίος τώρα είναι εκπρόσωπος της Νοτίου Αφρικής στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου στη Γενεύη. “Το απλό γεγονός είναι ότι αυτές οι συνθήκες σου δίνουν τελικά πολύ μικρό όφελος επειδή απλά εμπεριέχουν μεγάλο κίνδυνο”.
Πριν κινηθεί για να καταγγείλει και να τερματίσει τις συμφωνίες της, η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής ανέθεσε την διενέργεια μιας εσωτερικής μελέτης για να καθοριστεί το αν στην πραγματικότητα τέτοιες συμφωνίες όντως βοηθούν στην ενίσχυση των ξένων επενδύσεων. “Δεν υπήρξε κάποια σύνδεση μεταξύ της υπογραφής των συμβάσεων με καινούριες επενδύσεις”, μας εξηγεί ο Carim. “Είχαμε τεράστιες επενδύσεις από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία και την Ινδία και ορισμένες άλλες χώρες, με τις οποίες δεν έχουμε επενδυτικές συμφωνίες. Για το αν οι εταιρείες έρθουν ή δεν έρθουν να επενδύσουν σε μια χώρα αυτό δεν έχει να κάνει με αν υπάρχει ή δεν υπάρχει κάποια διμερή επενδυτική συνθήκη. Επενδύουν, αν υπάρχει προσδοκία για κέρδη και απόδοση της επένδυσής τους”.
Η Βραζιλία δεν έχει υπογράψει μέχρι σήμερα αυτό το σύστημα -δεν έχει εισέλθει σε καμία συνθήκη που να έχει διατάξεις για την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους- και όμως δεν είχε κανένα πρόβλημα στο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις.
Ο Parada δήλωσε ότι θα χρειαστεί “μια ευρεία συναίνεση από αποφασισμένες χώρες” προκειμένου να χαλιναγωγηθεί πραγματικά αυτό το σύστημα. “Τα κράτη που δημιούργησαν το σύστημα είναι τα μόνα που μπορούν να το διορθώσουν”, είπε. “Δεν έχω δει όμως ακόμα μια κρίσιμη μάζα από κράτη με την πολιτική βούληση [να το κάνουν αυτό]… πολύ λιγότερη είναι και μια ευρεία συναίνεση. Αλλά εξακολουθώ να ελπίζω ότι θα συμβεί”.
————–
• Οι Claire Provost και Matt Kennard είναι συνάδελφοι στο Centre for Investigative Journalism. Αυτό το άρθρο δημοσιεύετε με την υποστήριξη του Investigative Fund στο The Nation Institute. Το βιβλίο του Matt Kennard, το “The Racket”, εκδίδεται από το Zed Books.
• Ακολουθήστε το Long Read στο Twitter@gdnlongread
https://e444a0fa20e5c2230fcc938e365eeb2d5dfbad05-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0NERmeUpCOURzbms χώρες
https://f31a6fa6ed4497859eb4cf45e0c280e2207ecc1b-www.googledrive.com/host/0ByAMXZl2-PZ0X3E4d29VQXZUNU0 χώρες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων.

Εμείς απλά τα παρουσιάζουμε και η αξιολόγησή τους επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη.

Αποποιούμαστε κάθε νομικής ευθύνης για την ακρίβεια των γραφομένων σε άλλα ιστολόγια ή ιστοσελίδες.